- εὔφραστος
- εὔφραστος, ον, ([etym.] φράζω)A easy to make intelligible, Arist.Rh.1407b12; distinct,
ὀπωπή D.P.171
.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
ὀπωπή D.P.171
.Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
εύφραστος — εὔφραστος, ον (Α) 1. ευκολοπρόφερτος, και κατ επέκτ. ευνόητος, κατανοητός, καταληπτός («δεῑ εὐανάγνωστον εἶναι τὸ γεγραμμένον καὶ εὔφραστον», Αριστοτ.) 2. σαφής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + φραστος (< φράζω «ομιλώ, λέγω»), πρβλ. ά φραστος, πολύ… … Dictionary of Greek
εὔφραστος — easy to make intelligible masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
εὔφραστον — εὔφραστος easy to make intelligible masc/fem acc sg εὔφραστος easy to make intelligible neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πεπαρεύσιμος — ὁ, Α (κατά τον Ησύχ.) «εὔφραστος, σαφής». [ΕΤΥΜΟΛ. < απρμφ. αορ. πεπαρεῖν* + εύσιμος, αναλογικά προς τα επίθ. σε ιμος από ρ. σε εύω (πρβλ. διαπραγματεύομαι: διαπραγμάτευσις: διαπραγματεύσιμος)] … Dictionary of Greek